Κριτική για το «Florence Foster Jenkins»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Η μεταφορά της ζωής της κατά γενική ομολογία «χειρότερης σοπράνο» στο κινηματογραφικό πανί, με την αειθαλή Μέριλ Στριπ στον πρωταγωνιστικό ρόλο και τον Στίβεν Φρίαρς (σ.σ. του «Hight Fidelity») στο σκηνοθετικό τιμόνι, ήταν ένα εγχείρημα που εξαρχής φάνταζε πολλά υποσχόμενο. Τελικά, το βιογραφικό έργο «Florence: Φάλτσο Σοπράνο», παρότι ως επί το πλείστον αποπνέει οικειότητα και δεν εντυπωσιάζει, καταφέρνει να δικαιώσει τις προσδοκίες, ενίοτε προβαίνοντας σε κάτι παραπάνω από μια ζωηρά κωμική, χιουμοριστική θεώρηση του θέματος. Κάπου εκεί, η παράλληλη προσπάθεια άντλησης ουσιώδους αλήθειας μέσα από τα κεντρικά πρόσωπα της ιστορίας, αποδίδει καρπούς.

«Ο κόσμος μπορεί να λέει ότι δεν μπορώ να τραγουδήσω, μα κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν τραγούδησα». Με τη φράση αυτή τοποθετείται η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις στιγμές που η Στριπ, με το πηγαίο κωμικό ταλέντο της μπαίνει στο… λαρύγγι της επίδοξης αοιδού και μέλους της υψηλής αμερικανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’40, προσφέροντας άφθονο γέλιο με τις παράφωνες κραυγές και την αδέξια σκηνική της παρουσία, και στην τόσο ευαίσθητη όσο και κλονισμένη ψυχοσύνθεση που τροφοδοτεί το εν λόγω απονενοημένο διάβημα. Το «παραμύθι» συντηρείται από τον περίγυρό της (σπαρταριστή η απόδοση του ζήλου όλων να ικανοποιήσουν την πλούσια ευεργέτιδά τους ακόμα και στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια), με κύριο ενορχηστρωτή τον σύζυγο-μάνατζερ, μια εξίσου ενδιαφέρουσα φιγούρα που στα χέρια του Χιου Γκραντ γίνεται απροσδόκητα σημείο αναφοράς της ταινίας. Ο Βρετανός Κλερ Μπέιφιλντ, ηθοποιός στο επάγγελμα, διάγει διπλή ζωή, αλλά είναι ένας οπορτουνιστής με ιδιομορφίες, μιας και κάτω από τα ιδιοτελή κίνητρα υποβόσκει μια γνήσια μορφή αγάπης που ο Γκραντ διαχειρίζεται με αριστοτεχνική λεπτότητα. Το ζευγάρι, πλαισιωμένο από τον πιανίστα Κόσμε ΜακΜουν (ο Σάιμον Χέλμπεργκ ως αμιγώς χιουμοριστική νότα «ηχεί» πολύ όμορφα στα αυτιά μας), κερδίζει επάξια την προσοχή και –σε πιο προχωρημένο στάδιο– τη συμπόνια, ενώ το ανακάτεμα των ψευδαισθήσεων με τη συνειδητοποίηση ανάγεται σε μια πρώτης τάξεως ευκαιρία εξέτασης των λειτουργιών της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Εντούτοις, συνολικά η πλάστιγγα γέρνει περισσότερο προς την κωμωδία, με την ταινία να προχωρά συχνά σε ανάλαφρη –φιλικά προσκείμενη προς τους κεντρικούς ήρωες– παρουσίαση συμπεριφορών και γεγονότων που επί της ουσίας είναι επιεικώς αμφιλεγόμενα.

Βαθμολογία: 2,5/5

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Κριτική για το «Florence Foster Jenkins»

  1. Μπορεί η ταινία να είναι διασκεδαστικά ανάλαφρη, αλλά πάσχει από ασθένειες πολύ διαδεδομένες εσχάτως:
    Γιατί θα πρέπει να συνδυάζονται, με το ζόρι, κωμωδία και δράμα στην ίδια ταινία? Τους προβληματισμούς της, μια χαρά θα μπορούσε να τους εκθέσει το φιλμ και σε καθαρά κωμική φόρμα – εκτός αν ξαναγυρίσαμε στις εποχές που η κωμωδία θεωρούνταν «κατώτερο» είδος.
    Επίσης, τι μανία είναι αυτή, να πρέπει, ντε και καλά, να αναδειχτούν σε «τραγικούς ήρωες» οι πρωταγωνιστές και οι πρωταγωνίστριες? Η ελαφρόμυαλη και γελοία Φλόρενς… τραγική ηρωίδα, κυρία με τας καμελίας! Δεν ταιριάζουν παντού τα πάντα!

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s