Κριτική για το «The Nice Guys»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Παντελής έλλειψη φαντασίας, ακατανόητα κακόγουστο χιούμορ που προκαλεί αμηχανία και μια παραγεμισμένη –όσο τραβηγμένη από τα μαλλιά– ιστορία, που χάνει οριστικά το όποιο νόημα και ενδιαφέρον της μέσα στο πρώτο εικοσάλεπτο. Η αστυνομική κωμωδία «The Nice Guys» είναι όλα αυτά και πολλά παραπάνω, για τα οποία κανείς από την παραγωγή δεν θα πρέπει να αισθάνεται υπερήφανος. Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά…

Ο Ράιαν Γκόσλινγκ υποδύεται τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Χόλαντ Μαρτς, με τον Ράσελ Κρόου να αναλαμβάνει τον ρόλο του μπράβου, Τζάκσον Χίλι. Μαζί, θα συνεργαστούν με σκοπό την ανεύρεση μιας αγνοούμενης κοπέλας και την εξιχνίαση του θανάτου μιας ηθοποιού αισθησιακών φιλμ, υποθέσεις που σταδιακά αποκτούν σύνδεσμο μεταξύ τους. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι θεωρητικά ο μεγαλύτερος πόλος έλξης της ταινίας, παρ’ όλα αυτά δεν διακρίνεται από αξιοσημείωτη χημεία και αποδεικνύεται ή του ύψους ή του βάθους, έχοντας βέβαια το ελαφρυντικό ότι δεν παίρνει βοήθειες από πουθενά. Γκόσλινγκ και Κρόου είναι απελπιστικά μόνοι• τόσο, που ορισμένες σκηνές μοιάζουν να στηρίζονται ολοκληρωτικά στον αυτοσχεδιασμό τους. Άλλοτε, δείχνουν τόσο βαριεστημένοι που θαρρεί κανείς ότι ούτε οι ίδιοι δεν έχουν πίστη στο προϊόν που καλούνται να υποστηρίξουν. Βρίσκουν, πάντως, έναν απρόσμενο σύμμαχο στο πρόσωπο της ξεθαρρεμένης μικρής του καστ (σ.σ. Άνγκουρι Ράις), που στον κλισέ ρόλο της σπιρτόζας κόρης του Μαρτς, τουλάχιστον φαίνεται να το διασκεδάζει –σε αντίθεση με όσους παρακολουθήσουν την ταινία.

Όσον αφορά το σενάριο, εκεί ένα άλλο δίδυμο, αυτή τη φορά το συγγραφικό (σ.σ. ο σκηνοθέτης Σέιν Μπλακ και ο Άντονι Μπαγκαρόζι), έχει εξαρχής στην φαρέτρα του ελάχιστα εμπνευσμένα αστεία. Ως εκ τούτου, επιστρατεύει κατά κύριο λόγο μια σειρά ανεκδιήγητων σκαρφισμάτων που δεν επιδέχονται σχολιασμού. Ακόμα και οι πιο δεκτικοί θα ενοχληθούν από τις αναρίθμητες αυξομειώσεις στον ρυθμό, απόρροια του κάκιστου μοντάζ, την -κατά διαστήματα- έλλειψη υποτυπώδους προσπάθειας να ενοποιηθεί το κωμικό στοιχείο με την περιπέτεια, αλλά και την αδυναμία της εν λόγω ομάδας να διανοίξει γόνιμα μονοπάτια εξέλιξης της δράσης, ή έστω να αποφύγει την απροκάλυπτη καταφυγή σε τυχαίες συμπτώσεις προς εξυπηρέτηση των σκοπών της.

Μέσα στη γενικότερη «τρικυμία», η τελευταία πράξη της ταινίας είναι αισθητά βελτιωμένη, με αναλαμπές εύστοχης σάτιρας και νύξεις σε κινηματογραφικά στερεότυπα, θυμίζοντάς μας γιατί είχαμε λόγους να πιστεύουμε στις προοπτικές –τηρουμένων των αναλογιών– ενός τέτοιου εγχειρήματος.

Βαθμολογία: 1,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s