Κριτική για το «Truth»

Από τον Νίκο Γαργαλάκο

Στον απόηχο του φετινού θριαμβευτή των Όσκαρ «Spotlight: Όλα στο Φως», «Η Αλήθεια» («Truth») αποτέλεσε το έτερο χολιγουντιανό δημοσιογραφικό δράμα που πραγματεύτηκε μια αληθινή ιστορία, με θέμα βγαλμένο κατευθείαν από τα ανώτατα κλιμάκια της αμερικανικής πολιτικής εξουσίας.

Σημείο αναφοράς για την ταινία είναι η μη ισότιμη μεταχείριση ανάμεσα στα δύο μεγάλα ονόματα του καστ, που υποδύονται τους κεντρικούς ρόλους. Εδώ, τα πάντα κινούνται γύρω από την παραγωγό του δελτίου ειδήσεων του δικτύου CBS, Μέρι Μέιπς, που εν έτει 2004 ερεύνησε την υπόθεση προνομιακής μεταχείρισης του τότε πρωθυπουργού των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, προκειμένου να μην υπηρετήσει στο Βιετνάμ. Ο ρόλος του βετεράνου παρουσιαστή Νταν Ράδερ ως επί το πλείστον υποσκελίζεται σε διεκπεραιωτικές ενέργειες. Κάθε φορά, όμως, που η ισχνά σκιαγραφημένη προσωπικότητά του επιστρέφει στην επιφάνεια και γίνεται αντικείμενο εστίασης, το αποτέλεσμα περισσότερο μας πείθει για την αναποφασιστικότητα της παραγωγής απέναντί του, παρά μαγνητίζει την προσοχή (σ.σ. ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ έχει ελάχιστο υλικό προς διαχείριση). Δυστυχώς, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και με τους υπόλοιπους σχηματικούς χαρακτήρες, όπως και τις κλισέ συμπεριφορές, χωρίς όμως οι αστοχίες να περιορίζονται εκεί.

Κριτική για το "Truth"Αναμενόμενα, η καρδιά της αυτής της δημοσιογραφικής ιστορίας είναι οι διάλογοι, και γύρω από αυτούς διαπλέκεται ο ρους των γεγονότων. Τι συμβαίνει, όμως, όταν από τα εν λόγω διαλογικά μέρη απουσιάζει συχνά η φυσικότητα, αλλά και στις περιπτώσεις που αυτά καταλήγουν να υποκαθιστούν με φτηνά μέσα τους ενδεδειγμένους τρόπους προώθησης των χαρακτήρων; Τότε, ο αντίκτυπος είναι βαρύς όσον αφορά και την ίδια την πλοκή, αφού η υπερβολική έμφαση σε συγκεκριμένα σημεία προδίδει τις μελλοντικές εξελίξεις. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο σκηνοθέτης Τζέιμς Βάντερμπιλτ προβαίνει σε περιττές νουθεσίες, αποπνέοντας έντονη διάθεση διδακτισμού. Συνολικά, το έργο διακατέχεται από κρίση ταυτότητας, καταφεύγει σε άτοπους μελοδραματισμούς και, πρωτίστως, αντιμετωπίζει τον θεατή αποκλειστικά ως παθητικό ον, αρνούμενο πεισματικά να ρισκάρει μαζί του. Έτσι, αφενός η απόδοση της Κέιτ Μπλάνσετ στον κεντρικό ρόλο και αφετέρου η καίρια καταγγελία των ενστικτωδών αμυνών της μάζας απέναντι σε κάθε είδους άβολη αλήθεια, μαζί με την απόκλιση από την ουσία των πραγμάτων, και η στοίβαξη όλων εντός ενός πακέτου ταχύρρυθμων μαθημάτων δημοσιογραφικής δεοντολογίας, μένουν «γυμνές» και αποστραγγισμένες από κινηματογραφική «ουσία».

Βαθμολογία: 1,5/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s